Μάνος Κοντολέων

Όταν εκεί γύρω στο 1990, ως μέλος κριτικής επιτροπής, διάβαζα το χειρόγραφο μιας νέας συγγραφέα με τον τίτλο «Τα κοριτσάκια με τα ναυτικά» και συμφωνούσα με τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής να το βραβεύσουμε, δεν μπορούσα να φανταστώ πως η γλυκιά και κάπως συνεσταλμένη γυναίκα που παρουσιάστηκε τη μέρα της τελετής απονομής για να παραλάβει το βραβείο και η οποία ονομαζότανε Ελένη Δικαίου, πολύ γρήγορα θα γινότανε μια από τις πλέον όχι μόνο δυναμικές, αλλά και ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες παρουσίες στο χώρο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας για παιδιά και νέους.

Η νεοελληνική παιδική και νεανική λογοτεχνία αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας (1974) παρουσίασε μια έντονη και ουσιαστική άνθηση.

Συγγραφείς που είχαν ήδη παρουσιαστεί πριν από το 1967, μαζί με νέους που μπορούσαν πλέον να εκφραστούν ελεύθερα, αποτέλεσαν μια ομάδα που χάρισε, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, στα ελληνόπουλα σπουδαία λογοτεχνικά έργα –προσεγμένη γλώσσα, καλοπλασμένοι χαρακτήρες, πλούσια θεματική, αποφυγή κάθε μορφής διδακτισμού ήσαν τα χαρακτηριστικά εκείνων των έργων (μυθιστορημάτων, διηγημάτων, παραμυθιών, ποιημάτων)

Η Ελένη Δικαίου αν και κυκλοφορεί το πρώτο της βιβλίο στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, σε αυτή την ομάδα πρέπει να ενταχθεί. Κι αυτό όχι μόνο λόγω ηλικίας, αλλά και λόγω των στοιχείων που διακρίνουν τα έργα της.

Πραγματικά, όλα όσα πιο πάνω ανέφερα σχετικά με τα στοιχεία που χαρακτήριζαν τους συγγραφείς της μεταπολίτευσης, περιγράφουν με απόλυτη συνέπεια και το σύνολο του έργου της Ελένης Δικαίου.

Από το πρώτο της κιόλας μυθιστόρημα, η Δικαίου δείχνει το πόσο άρτια μα και με ευαισθησία χρησιμοποιεί τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας.

Από το πρώτο της κιόλας μυθιστόρημα, αλλά και με όλα τα επόμενα που θα κυκλοφορήσουν, δείχνει το πόσο καλά ξέρει να σχεδιάζει τους χαρακτήρες των ηρώων της. Από την παιδική ματιά (Η ιστορία ενός άσπρου γατούλη), στην εφηβική ανησυχία (Μου μαθαίνετε να χαμογελάω, σας παρακαλώ;) και από τη διάθεση κοινωνικής συμπαράστασης (Θα σε ξαναδώ φιλαράκι μου), στο πάθος εκείνου ακολουθεί ως το τέλος τις ιδέες του (Αναζητώντας τους χαμένους ήρωες) η Δικαίου χαρίζει στην πινακοθήκη των ηρώων της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας της Ελλάδας πρόσωπα ολοζώντανα και απολύτως πειστικά.

Αλλά με την ίδια άνεση ξέρει και να αναπλάθει το παρελθόν, να αφηγείται με σύγχρονη άποψη παμπάλαιους και διαχρονικούς μύθους . Η σειρά των βιβλίων της για την Ελληνική Μυθολογία, όπως και το μυθιστόρημά της για τον Μέγα Αλέξανδρο (Οι θεοί δεν πεθαίνουν στην Πέλλα) αποτελούν πρότυπα αφηγηματικής θέσης πάνω στο πώς γράφει κανείς σήμερα για θέματα που έχουν διαμορφώσει τη μυθολογία όχι μόνο ενός λαού, αλλά και ολόκληρου του Δυτικού Πολιτισμού.

Αλλά ανάμεσα σε όλα αυτά, η Ελένη Δικαίου διατηρεί πάντα τη φρεσκάδα μιας παιδικής ματιάς και πλάθει άλλοτε μοντέρνα παραμύθια (Το αλογάκι, η τυχερή πασχαλίτσα, μια αρκούδα κι εμείς κ.ά.) κι άλλοτε προτείνει μυθιστορήματα φαντασίας (Τα φαντάσματα της γυάλινης αυλής, Περιπέτειες με μια πριγκιπέσα) ή με ουσιαστικό περιβαλλοντολογικό περιεχόμενα έργα επιστημονικής φαντασίας (Η κοιλάδα με τις πεταλούδες).

Ξεκίνησα το σημείωμα αυτό με αναφορά στο πώς και πότε γνώρισα την Ελένη Δικαίου.

Θέλω με εκείνη την απόφαση μιας επιτροπής που την τιμούσε με ένα βραβείο να τελειώσω.

Και να δηλώσω πόσο τελικά ικανοποιημένος αισθάνομαι που η κρίση μου εκείνη έχει δικαιωθεί.

Η Ελένη Δικαίου έχει αποδείξει πως είναι ένας συγγραφέας με ταλέντο, με πλούσια κουλτούρα, με ανήσυχη λογοτεχνική ματιά και –κυρίως αυτό- με το ήθος που πρέπει να χαρακτηρίζει κάθε δημιουργό που αποφασίζει το ταλέντο το να το θέσει στην υπηρεσία του σχεδιασμού έργων για παιδιά και νέους.