Μένη Κανατσούλη, Καθηγήτρια Παιδικής Λογοτεχνίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Η Ελένη Δικαίου έχει κλείσει μια 25ετία ενασχόλησης με τη λογοτεχνία για μικρά και μεγαλύτερα παιδιά. Ένα χρονικό διάστημα μεγάλο για να σφραγίσει το έργο της με ωριμότητα και αισθητική αρτιότητα και μικρό για να μη χάσει διόλου σε νεανική ορμή και ευρηματικότητα. Σ’ αυτά τα 25 χρόνια, επιχείρησε με επιτυχία καινοτόμες και ποικίλες θεματικές προσεγγίσεις, χωρίς να σταματά να επανέρχεται με συνέπεια, επιμονή, μεράκι σε ίδια ή παρόμοια λογοτεχνικά πεδία, ενώ ταυτόχρονα δοκίμασε και δοκιμάζει ποικίλους αφηγηματικούς χειρισμούς. Όλα αυτά επενδυμένα με μια γλώσσα δουλεμένη στις λεπτομέρειες, αλλά και προσγειωμένη στην πραγματικότητα, έτσι που να μπορούμε να πούμε ότι χαρακτηρίζεται από «ποιητικό ρεαλισμό».

Οι ιστορίες της Δικαίου απευθύνονται σε μια μεγάλη ηλικιακά γκάμα αναγνωστών. Στα μικρά παιδιά αφηγείται παραμυθιακές ιστορίες με ήρωες πασχαλίτσες, αλογάκια αληθινά και ξύλινα, αρκούδες και ζώα του δάσους. Οι ήρωές της είναι ζώα με ανθρώπινη λαλιά και συμπεριφορά που αναπτύσσουν αισθήματα τρυφερότητας, φιλίας και αλληλεγγύης μέσα στο δικό τους μικρόκοσμο (Το αλογάκι, η τυχερή πασχαλίτσα, μια αρκούδα κι εμείς). Με τη Μαρουδίτσα που έφερε την πασχαλιά, ο μικρός αποδέκτης του παραμυθιού μαθαίνει γιατί η μαρουδίτσα ονομάστηκε Πασχαλίτσα και πώς στην τοπική ελληνική παράδοση το χρώμα της συνδέεται με το κόκκινο του Πάσχα. Με την Ιστορία ενός άσπρου γατούλη, που υιοθετεί μια διπλή αφηγηματική φωνή, του γατούλη και του κοριτσιού, παρακολουθούμε τις περιπέτειες ενός όμορφου γάτου που έφυγε από το αγαπημένο του κοριτσάκι. Το χιούμορ, η τρυφερότητα και η αγάπη του παιδιού για το ζώο, η ζεστασιά του σπιτικού αποτελούν όχι μόνο χαρακτηριστικά της ιστορίας αλλά και βασικές αξίες που προβάλλονται προς τα παιδιά. Συνολικά, οι ιστορίες αυτές εξοικειώνουν το μικρό αναγνώστη με το ζωικό βασίλειο, κυρίως όμως του δίνουν τα πρώτα παραδείγματα λογοτεχνικών χαρακτήρων που ως μικρογραφίες του ανθρώπινου κόσμου αποτελούν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πρότυπα ταύτισης. Η απλότητα των περιγραφών χαρακτηρίζεται από αισθητική αρτιότητα, το περίτεχνο βρίσκεται ακριβώς στο απέριττο και μικροσκοπικό.

Η Δικαίου γράφει στην Ελλάδα, μια χώρα που η σκιά του μακρινού παρελθόντος πέφτει βαριά πάνω της. Γοητεύεται από την αρχαιότητα και ένα μεγάλο μέρος του έργου της είναι μυθολογίες: μυθολογία των δώδεκα θεών, μυθολογίες των αγαπημένων της μυθικών ηρώων (Ηρακλής, Θησέας, Ιάσονας), μυθολογία του ταξιδιού του Οδυσσέα. Τα βιβλία της αυτά, με αφετηρία το 1999, διέγραψαν και διαγράφουν ένα συνεχές ταξίδι, με πολλές ανατυπώσεις, αναμορφωμένες εκδόσεις, βραβεία, μεταξύ των οποίων και το κρατικό βραβείο παιδικού βιβλίου γνώσεων (2004). Οι μύθοι της, όσο και αν περιέχουν γεγονότα φανταστικά, αντιμετωπίζονται με σοβαρότητα, σεβασμό θα έλεγα, γιατί έτσι ταιριάζει σε μύθους που –πίσω από το συμβολικό τους ένδυμα- κρύβουν αλήθειες ιερές, αλήθειες που δείχνουν όχι μόνο το δέος του ανθρώπου για το θείο, αλλά και το δέος του για το μυστήριο της ζωής. Έτσι, έχει δίκιο η Δικαίου όταν γράφει: «Γιατί τι αξία μπορεί να έχει ένα παραμύθι απ’ την αρχή ως το τέλος ψεύτικο;»

Η ελληνική μυθολογία αποτελεί προσφιλές θέμα για τους Έλληνες συγγραφείς. Το καινοφανές στο έργο της Δικαίου είναι η έμφαση στην ανθρώπινη διάσταση των ηρώων της. Για τους δικούς της ήρωες αξία δεν έχει τόσο η ηρωική τους εποποιία, αλλά η ψυχογράφησή τους, οι ψυχικές τους διακυμάνσεις και τα ερωτηματικά τους: ο Ηρακλής της, για παράδειγμα, είναι ένας τραγικός ήρωας, ένας γονιός που, αφού περιέπεσε σε ιερή μανία και σκότωσε τα παιδιά του, είναι γεμάτος αμφιβολία μπροστά στο μέλλον και το τέλος του έρχεται πράγματι ταπεινωτικό. Το ίδιο και ο Ιάσονας, που θα οδηγηθεί στην αυτοκτονία εξαιτίας της δολοφονίας των παιδιών του από την ίδια τη μητέρα τους. Μολονότι η ανθρώπινη τραγικότητα υπάρχει σε όλο της το μεγαλείο και χωρίς εκπτώσεις ρεαλισμού σε ένα έργο που απευθύνεται σε παιδιά, όμως και η παιδική ψυχολογία των ηρώων καταλαμβάνει σημαντικό μέρος: οι παιδικοί φόβοι του μικρού Θησέα ή οι ζαβολιές του μικρού θεού Ερμή δίνουν στην αφήγηση ένα ύφος παιγνιώδες αλλά και αυθεντικότητας της παιδικής ηλικίας, ενώ βοηθούν το παιδί-αναγνώστη ακόμη και πρότυπα ταύτισης να αναζητήσει.

Η Δικαίου δεν ωραιοποιεί την πραγματικότητα ούτε την μυθική πραγματικότητα: οι ατέλειες των θεών και των ηρώων δίνονται με ρεαλισμό και αυτό αποτελεί το καλύτερο δίδαγμα για τα σημερινά παιδιά που βλέπουν να παντρεύεται η διαχρονικότητα των ιδανικών που αντιπροσωπεύει ο ήρωας με τις όψεις της σύγχρονης πραγματικότητας: έτσι στις ιστορίες αυτές των κατορθωμάτων σπουδαίων ανδρών, πάντα θα βρει τη θέση της η προβληματική της Δικαίου για τη γυναικεία μοίρα, αυτή η αφανής συνήθως ιστορία γυναικών που ενδύθηκαν επί αιώνες ρόλους δεύτερους και επωμίσθηκαν συμπεριφορές και καθήκοντα που ίσως δεν επιθυμούσαν. Καλύτερο παράδειγμα η Μήδειά της που κλέβει τον πρωταγωνιστικό ρόλο από τον Ιάσονα, καθώς το δικό της «έπος» φαίνεται ισχυρότερο από το δικό του: αυτό της εξαπατημένης γυναίκας που μέσα από τα λαβυρινθώδη γυναικεία αισθήματα και τον πληγωμένο ψυχισμό οδηγείται στην αποτρόπαια πράξη του φόνου των παιδιών τους.

Η ελληνική αρχαιότητα όμως έχει και ιστορία, μάλιστα όταν αφορά προσωπικότητες όπως ο Μέγας Αλέξανδρος που κουβαλά, μέσα από τους αιώνες, την αίγλη του θρύλου. Οι θεοί δεν πεθαίνουνε στην Πέλλα είναι ο γλαφυρός τίτλος της μυθιστορηματικής βιογραφίας του Μακεδόνα βασιλιά. Η ιστορία του Αλέξανδρου όμως δεν είναι πρωταρχικά μια ιστορία πολέμων και κατορθωμάτων. Τα πολεμικά γεγονότα αποτελούν ίσως τον καμβά ή την αφορμή για να στηθεί η εμβάθυνση στην ψυχολογία των προσώπων. Ο Αλέξανδρος δεν σκιαγραφείται μονόπλευρα από μια αφήγηση που επικεντρώνεται σε αυτόν, αλλά μέσα από τα συναισθήματα όλων των προσώπων που τον περιβάλλουν δημιουργείται το προσωπείο το δικό του αλλά και οι τρόποι σκέψης και ζωής ανθρώπων της εποχής του. Η αναπαράσταση της ιστορικής πραγματικότητας για το σημερινό παιδί επιδιώκεται να γίνει μέσα από ιστορικά πρόσωπα που αγαπούν, συναισθάνονται, αγωνιούν. Τον Αλέξανδρο τον καταλαβαίνουμε καλύτερα μέσα από τις γυναίκες που αγάπησε, τη μητέρα του, τη μητέρα του Δαρείου, τις συζύγους του, μέσα από τους συντρόφους του, αλλά και μέσα από τους αντιπάλους του και απ’ αυτούς που τον πρόδωσαν.

Δύο βασικά σημεία θεωρώ χαρακτηριστικά της πρωτοτυπίας γραφής της Δικαίου: ότι η αφήγηση δίνεται με χρονική γραμμικότητα ταυτόχρονα όμως αφήνοντας κενά χρονικά διαστήματα. Η αφήγηση προσπερνά ολόκληρες χρονιές ή δίνει περιληπτικά σπουδαία πολεμικά κατορθώματα. Αντίθετα, ο χρόνος της αφήγησης σταματά, «κολλάει» στις σημαντικές ανθρώπινες στιγμές, π.χ. όταν έρχεται το τραγικότερο ίσως συμβάν στη ζωή του Αλέξανδρου: ο θάνατος του αγαπημένου του φίλου, Ηφαιστίωνα. Το δεύτερο που επισημαίνω είναι η τόλμη της Δικαίου να μιλήσει για αυτή την ιδιαίτερη σχέση που ανέπτυξε ο Αλέξανδρος με τους συντρόφους του και ειδικά με τον Ηφαιστίωνα. Χωρίς να αποδίδεται οποιαδήποτε θηλυπρέπεια στο συναισθηματισμό των δύο ανδρών, η φιλία μεταξύ τους παίρνει τις αποχρώσεις λατρείας. Με αυτό τον τρόπο, δίνεται η ιστορικότητα του «έρωτα» μεταξύ ανδρών –χωρίς συσχετίσεις με την εποχή μας-, για να αποθεωθεί και για το σημερινό αναγνώστη το ύψιστο ιδανικό της φιλίας.

Η Ιστορία αποτελεί υλικό και για το σύντομο μυθιστόρημά της Τα κοριτσάκια με τα ναυτικά. Μόνο που εδώ η ιστορία τροφοδοτείται κυρίως από τα οικογενειακά βιώματα, από τις μνήμες που κουβαλά μια οικογένεια χτυπημένη από την τρομακτική καταστροφή της Σμύρνης το 1922. Αυτό το ιστορικό γεγονός αποτελεί ακόμη για το σημερινό πληθυσμό της Ελλάδας ένα τραύμα δυσεπούλωτο, αν και λιγότερο γνωστό –διεθνώς- από άλλες γενοκτονίες του 20ου αιώνα. Αυτή τη μνήμη της οποίας φορέας είναι τα δύο κοριτσάκια με τα ναυτικά αναλαμβάνει –και ως ένα ιερό καθήκον- να διατηρήσει η Δικαίου. Στη δική της αφήγηση η σημασία δίνεται στο βίωμα των ιστορικών στιγμών από τους απλούς ανθρώπους: πώς στη θέση των ευτυχισμένων στιγμών μπαίνει η δυστυχία, πώς η προσφυγιά στην καθημερινότητα των μικρών παιδιών συσσωρεύει τραύματα, πληγώνει αξιοπρέπειες, χαλάει οικογενειακούς δεσμούς. Η Ιστορία γίνεται η μικροσκοπική, καθημερινή ιστορία των ανθρώπων.

Στην ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα αλλά στην πιο μελανή σελίδα της αναζητά τα γεγονότα και τους χαρακτήρες του το πιο τραγικό ίσως μυθιστόρημα της Δικαίου, το Αναζητώντας τους χαμένους ήρωες. Γιατί μόνο χαμένοι –μάταιοι ήρωες και ματαιωμένοι- μπορούν να είναι αυτοί που, έστω και ως θύματα των περιστάσεων, όμως επιδίδονται στον εμφύλιο σπαραγμό. Με τη λήξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου, οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες ξεκίνησαν την προσπάθεια ανασυγκρότησής τους, ενώ οι Έλληνες –αυτοί οι ίδιοι οι πατριώτες που έκαναν αντίσταση κατά των Γερμανών- άρχισαν να σκοτώνονται μεταξύ τους. Λίγοι συγγραφείς που απευθύνονται σε νεανικό κοινό έχουν καταπιαστεί με μια τέτοια θεματική. Όχι μόνο γιατί ακόμη τώρα ο ελληνικός διχασμός πληγώνει καθώς ξαναφέρνει στη μνήμη πολλών οικογενειακά τραύματα. Κυρίως όμως γιατί αποτελεί μια συλλογική ντροπή, τότε που οι άνθρωποι χωρίζονταν σε στρατόπεδα και μοιράζονταν σε καλούς και κακούς, ανάλογα από ποια σκοπιά στεκόταν ο καθένας. Η αφηγηματική οπτική που υιοθετείται είναι της Νεφέλης, μιας μικρής κοπέλας που όσο και αν προσπάθησε να κρατήσει την ουδετερότητά της, ο έρωτας αλλά και οι αξίες της την έριξαν προς την πλευρά των ανταρτών. Όμως σε όλη την αφήγηση αυτό που υπερισχύει είναι η πίκρα. Όχι η περηφάνια, όχι το μίσος, ούτε καν η απαίτηση για δικαίωση, μόνο η ανάγκη να θυμούμαστε τις μαύρες σελίδες του Εμφύλιου για να μην ξανασυμβούν. Το όχι και τόσο μακρινό ιστορικό παρελθόν ηχεί ως μια διαχρονική προτροπή για συμφιλίωση και ομόνοια. Οι ήρωες να μην έχουν λόγο για να είναι χαμένοι.

Δύο άλλα μυθιστορήματά της, για μεγαλύτερα παιδιά, εμπνέονται από τη σύγχρονη πραγματικότητα και με τη μοναδική ευαισθησία που διαθέτει η Δικαίου αναδεικνύονται πτυχές που συνήθως προσπερνούμε: Το Μου μαθαίνετε να χαμογελάω, σας παρακαλώ προβάλλει την φροϋδική, καταπιεστική σχέση της μητέρας προς την κόρη, όμως ταυτόχρονα αποτελεί και ένα δοκίμιο πάνω στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι σχέσεις γυναικών, με καθοριστική τη δυσάρεστη σχέση μητέρας και κόρης, συνέχουν την αφήγηση, από την άλλη η γυναικεία αλληλεγγύη επισφραγίζει την ιστορία με τρόπο αισιόδοξο: η φίλη ψυχολόγος είναι αυτή που θα μάθει τελικά στην ηρωίδα «να χαμογελάει, παρακαλώ».

Το Θα σε ξαναδώ, φιλαράκι μου είναι μια τρυφερή μελέτη, θα μπορούσαμε να πούμε, πάνω στη σχέση που αναπτύσσει μια νεαρή ψυχολόγος με ένα κοριτσάκι με νοητική υστέρηση. Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον η βήμα-βήμα περιγραφή των σταδίων προσέγγισης του κοριτσιού, χαμένου στον φοβικό εσωστρεφή κόσμο της, από την Εύα. Το ξεδίπλωμα, η απελευθέρωση του κοριτσιού χάρη στην τρυφερότητα του αγγίγματος, την αγάπη, τη φροντίδα της ψυχολόγου για ένα πλάσμα καταδικασμένο μέχρι τότε. Όμως το σημαντικότερο ατού της ιστορίας είναι η αριστοτεχνική αφηγηματική διαχείριση: η τριτοπρόσωπη αφήγηση που εγκιβωτίζει μεγάλες ενότητες πρωτοπρόσωπης, πότε της Εύας και πότε του μικρού κοριτσιού, της Μέλιας. Ιδιαίτερα αυτή η αγκομαχούσα φωνή της Μέλιας που αρθρώνεται σε άναρθρες κραυγές για να γίνει το θαύμα με τις λέξεις που όχι μόνο εκφωνεί, αλλά τις μετατρέπει σε αισθήματα ώστε τελικά να επικοινωνήσει.

Αναγκάζομαι να περιγράφω ξεχωριστά τα μυθιστορήματα της Δικαίου, γιατί έχουν την ιδιαιτερότητα να μην ενοποιούνται θεματικά. Το καθένα από αυτά έχει τη μοναδικότητα του θέματος αλλά κυρίως τα λεπτά και όχι τόσο προφανή σημεία των χαρακτήρων και των σχέσεών τους. Η κοιλάδα με τις πεταλούδες ως μυθιστορηματικό είδος, δηλαδή αυτό της επιστημονικής φαντασίας, αρχικά δεν με προϊδέασε θετικά. Τα ρομπότ, η τεχνολογία, η κλωνοποίηση ανθρώπων, αυτή η ίδια η καθημερινή ζωή μέσα σε ένα είδος ιατρικού σωλήνα συνθέτουν μια πραγματικότητα των μελλοντικών ανθρώπων μάλλον αγχωτική και ίσως λίγο κατανοητή για τους σημερινούς. Όμως η Δικαίου με χιούμορ, χρησιμοποιώντας ως χαρακτήρες μικρά παιδιά, μεγαλωμένα σε ένα προστατευμένο, αποστειρωμένο περιβάλλον, έρχεται να δικαιώσει σιγά-σιγά τη φύση και τον τρόπο ζωής μας σήμερα. Μετατρέπει ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας σε ένα οικολογικό μυθιστόρημα που στο κέντρο του βρίσκεται η αγάπη για τη φύση αλλά και η αξία των ανθρώπινων συναισθημάτων. Το έργο εμπνεύσθηκε από την αποξήρανση της λίμνης Κάρλας, την οικολογική καταστροφή του μικροπεριβάλλοντος και την προσπάθεια επανάκτησης της αρχικής μορφής του. Αυτή ίσως είναι και η σημαντικότερη αρχή, η σοφία με την οποία διαποτίζεται το βιβλίο: όσο δυνατός και αν είναι ο άνθρωπος, ο σεβασμός του στη φύση είναι τελικά που ορίζει και εξουσιάζει αυτή την ίδια την ύπαρξή του.

Ένα ακόμη μυθιστορηματικό είδος με το οποίο καταπιάνεται η Δικαίου είναι αυτό του περιπετειώδους μυθιστορήματος με Τα φαντασματάκια της γυάλινης αυλής και τις Περιπέτειες με μια πριγκιπέσα, μόνο που σε αυτές τις περιπέτειες και τις χιουμοριστικές καταστάσεις που συμβαίνουν με ήρωες παιδιά αποφασιστικό ρόλο παίζουν ως πρωταγωνιστές δύο καλοκάγαθα φαντάσματα.

Συνολικά, η Ελένη Δικαίου με το λογοτεχνικό της έργο για παιδιά κατάφερε να δώσει το δικό της στίγμα στην ελληνική παιδική λογοτεχνία. Χωρίς να επιδίδεται σε ένα μόνο είδος γραφής ή σε μια θεματική, κατάφερε να έχει ταυτόχρονα την ποιότητα του κλασσικού και τη ματιά του νεοτερικού. Τολμά να καταπιαστεί με θέματα δύσκολα, ακόμη δυσεπούλωτα, και να αναδείξει τη σκοτεινή πλευρά της Ιστορίας αλλά και των ανθρώπων που έδρασαν ως θύτες ή ως θύματα. Πάντως, είτε επιλέγει να γράψει πιο κλασσικά π.χ. μυθολογία είτε πιο «μοντέρνα», π.χ. επιστημονική φαντασία ή ιστορίες κοινωνικού προβληματισμού, το κάνει δημιουργώντας χαρακτήρες ολοκληρωμένους που δρουν σε πλοκές ιστοριών τις οποίες απολαμβάνει να διαβάζει ο αναγνώστης. Γράφει χωρίς να διδάσκει, τα πρόσωπά της αποπνέουν αξιοπρέπεια και φινέτσα και ακόμη και όταν δεν δικαιώνονται, η δικαίωσή τους έρχεται καθώς μαθαίνουν πως ζωή αυτό σημαίνει: να ζεις ψάχνοντας τη δική σου αλήθεια.